Ο πρώτος Οινοποιός, ο Διόνυσος, το Κρασί, ένας Έρωτας και μια Κατσίκα.
Κάποτε, ο Διόνυσος, επισκέφθηκε τον βασιλιά Οινέα. Ο Οινέας, υποδέχθηκε τον Θεό με όλες τις τιμές και γι’ αυτό ο Διόνυσος του δώρισε το πρώτο κλήμα για να το φυτέψει. Ο Οινέας το φύτεψε και αυτό μεγάλωσε και έδωσε όμορφους καρπούς.
Ένας βοσκός του Οινέα, ο Στάφυλος, παρατήρησε ότι μια κατσίκα εξαφανιζόταν και όταν επέστρεφε είχε μια πολύ περίεργη συμπεριφορά… Η συγκεκριμένη κατσίκα μάλιστα ήταν η πιο δυνατή και όμορφη σε όλο το κοπάδι. Την παρακολούθησε και είδε ότι η κατσίκα έτρωγε τους καρπούς από το φυτό που είχε χαρίσει στον βασιλιά ο Διόνυσος. Παρέδωσε λοιπόν το άγνωστο αυτό φρούτο στον βασιλιά Οινέα, ο οποίος, πιέζοντάς το με τα χέρια, παρατήρησε ότι έβγαζε ένα πολύ νόστιμο υγρό. Έδωσε σε αυτό το υγρό το όνομά του και στο φρούτο το όνομα του βοσκού.
(Η λέξη οίνος είναι μια από τις αρχαιότερες ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα. Έχει τις ρίζες της στη γλώσσα των Πελασγών, των αυτόχθονων κατοίκων του ελλαδικού χώρου. Από αυτήν προέρχεται το λατινικό vinum, το οποίο στα αγγλικά εξελίχθηκε σε wine. Στη νεότερη Ελλάδα επικράτησε η λέξη κρασί, που περιγράφει τον «κεκραμένο οίνο», δηλαδή τον αναμεμειγμένο με νερό οίνο, όπως συνήθιζαν να τον καταναλώνουν οι αρχαίοι Έλληνες.)
Σύντομα, ο Διόνυσος επισκέφτηκε και πάλι το βασίλειο του Οινέα. Ο λόγος ήταν ότι είχε ερωτευτεί τη σύζυγο του Οινέα, Αλθαία. Ο Οινέας, παρότι είχε καταλάβει τις προθέσεις του Διονύσου, τον καλοδέχτηκε και πάλι. Μάλιστα, έφυγε διακριτικά γιατί έπρεπε δήθεν να κάνει θυσία στην εξοχή.
Ως δώρο ευγνωμοσύνης, ο Θεός δίδαξε τον Οινέα πώς να καλλιεργεί το αμπέλι και πώς να παράγει το κρασί.
